Θέμης Τζήμας
Τα τελευταία δύο χρόνια οι πολιτικές δυνάμεις ορίζονται- είτε το θέλουν είτε όχι- από την υποστήριξή τους ή την αντίθεσή τους προς το μνημόνιο και εν γένει προς την στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού. Το ναι ή όχι στο μνημόνιο“έκοψε στα δύο” κατ’ εξοχήν το ΠΑΣΟΚ και δευτερευόντως τη ΝΔ.
Σε αυτό το πλαίσιο η καπιταλιστική κρίση από τον αμιγώς οικονομικό τομέα πέρασε στο στενό πολιτικό και σταδιακά, αναλόγως της εμβάθυνσής της θα περάσει και στον πολιτειακό.
Η πολιτικοποίηση της κρίσης ανέδειξε παλαιότερα ρήγματα εντός του ΠΑΣΟΚ, διαμόρφωσε νέες μετωπικές γραμμές αντιπαράθεσης και έστω με λανθάνουσα μορφή επανά- νοηματοδοτεί τη διαδικασία διαδοχής Παπανδρέου.
Το ΠΑΣΟΚ εισήλθε στην περίοδο διακυβέρνησης μετά το 2009, οργανωτικά αποδιαρθρωμένο και ιδεολογικά άοπλο κατ’ επιλογή του ίδιου του προέδρου του και της ηγετικής κυβερνητικής ομάδας, από την οποία προέρχονται και οι νυν δελφίνοι, προκειμένου να ...
διασφαλιστεί ότι το κέντρο λήψης αποφάσεων θα περιοριστεί σε έναν στενό κυβερνητικό κύκλο, όπως και έγινε. Αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η τελευταία φάση της από- πολιτικοποίησης του ΠΑΣΟΚ, που ενδυνάμωσε τα- ασχέτως της ρητορικής τους- συντηρητικά και πολιτικώς μικροαστικά στοιχεία του ΠΑΣΟΚ εις βάρος των αριστερών και προοδευτικών του δυνάμεων, ήδη μετά τη λήξη της εσωκομματικής σύγκρουσης του 2007.
Στο δε προγραμματικό επίπεδο, το ΠΑΣΟΚ κλήθηκε να κυβερνήσει στη βάση ενός μετριοπαθούς κεϋνσιανού προγράμματος που σε κάποια του σημεία ήταν αόριστο ή και αφελές και σε κάποια άλλα γειωμένο στην πραγματικότητα και εφόσον εφαρμοζόταν ορθά, εν δυνάμει αποτελεσματικό προς μια προοδευτική κατεύθυνση.
Με δεδομένες τις συνθήκες αυτές ήταν λογικό το ΠΑΣΟΚ ως οργανωμένη πολιτική δομή, να μην μπορέσει αυτή τη διετία με συγκροτημένο τρόπο να αντικρούσει τη βίαιη νεοφιλελεύθερη στρατηγική που υλοποίησε η κυβέρνηση, κυβερνώντας στο όνομα του ΠΑΣΟΚ ενόσω το περιφρονούσε και το απαξίωνε συστηματικά.
Το αποτέλεσμα ήταν η βάση του ΠΑΣΟΚ- ψηφοφόροι και μέλη του- να εγκαταλείψουν στην πλειοψηφία τους το κόμμα, ειδικά μετά το καλοκαίρι του 2010, όταν είχε αρχίσει να φαίνεται ολοκάθαρα η αποτυχία της μνημονιακής στρατηγικής να βγάλει το λαό από την κρίση.
Η κομματική γραφειοκρατία, μεσαία και ανώτερη, όπως ήταν αναμενόμενο κινήθηκε σε δύο ταχύτητες. Μία μικρή μειοψηφία διέρρηξε τους δεσμούς της με την κυβερνητική πολιτική ήδη πριν την υπογραφή του μνημονίου και πολύ εντονότερα μετά την υπογραφή του. Η πλειοψηφία της γραφειοκρατίας αρχικά υποστήριξε αποφασιστικά την κυβερνητική στρατηγική, υιοθετώντας τη νεοφιλελεύθερη ρητορική και αργότερα επέλεξε μια μουδιασμένη και αμυντική υπεράσπιση της κυβέρνησης. Μπροστά στην ένταση της κρίσης ένα τμήμα της προσχώρησε στην εκ δεξιών κριτική προς την κυβέρνηση που δικαιώνει τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική, επικεντρώνοντας σε υπαρκτές μεν, δευτερεύουσες δε, διαχειριστικές αδυναμίες συγκεκριμένων προσώπων και ένα άλλο προσχώρησε στον πολιτικό αγνωστικισμό: θα ήθελαν να υπάρχει μια άλλη λύση αλλά και αδυνατούσαν να τη συλλάβουν και αρνούνταν να την υποστηρίξουν όταν παρουσιαζόταν από άλλες δυνάμεις, λοιδωρώντας την ως ανεφάρμοστη, θεωρητική κτλ. Τέλος ένα άλλο τμήμα προσχώρησε στην εν γένει αντί- μνημονιακή ρητορική.
Την ίδια στιγμή τα κυβερνητικά στελέχη και τα μέλη της ΚΟ, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων αρνήθηκαν να έλθουν σε έμπρακτη ρήξη με τις μνημονιακές επιβολές, ενώ μάλιστα κάποιοι υπερθεμάτισαν, αναδεικνυόμενοι σε ένθερμους υπερασπιστές της, της πλήρους ισοπέδωσης κάθε δημοκρατικής και κοινωνικής κατάκτησης, στοχοποιώντας με πολιτικά χυδαίο τρόπο ολόκληρες κοινωνικές ομάδες.
Σε αυτό το πλαίσιο το ΠΑΣΟΚ ως συλλογικό υποκείμενο βρέθηκε “πολιορκημένο” από τα αριστερά και από τα δεξιά, χωρίς δυνατότητα να επηρεάσει την κυβερνητική πολιτική και στιγματισμένο από αυτήν, με τις προοδευτικές κυρίως δυνάμεις της βάσης του- αλλά και ορισμένες εκ των συντηρητικών δυνάμεών του- να φυλλοροούν.
Η κρίση του ΠΑΣΟΚ λοιπόν, καθώς συνδέεται ευθέως με την κρίση του ελληνικού και διεθνούς καπιταλισμού είναι στρατηγικού χαρακτήρα.
Από την άλλη πλευρά, τα σχηματικώς αποκαλούμενα αριστερά κόμματα, ορθώς αντιλήφθηκαν το στρατηγικό χαρακτήρα της κρίσης στη χώρα, την επίταση της κρίσης λόγω ακριβώς της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής, τη στρατηγική κρίση από την οποία θα διερχόταν το ΠΑΣΟΚ λόγω της κυβερνητικής πολιτικής και την ανάγκη να προσεταιριστούν δυνάμεις που στήριξαν το ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να σχηματιστεί ένα μέτωπο αντίστασης στη χώρα.
Ωστόσο από κει και πέρα αρχίζουν οι ανεπάρκειες του χώρου της αριστεράς: πρώτον διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέτοιος ενιαίος χώρος, πράγμα λογικό. Η κρίση που διανύουμε είναι πρωτίστως καπιταλιστική και όχι -πρωτίστως- εθνική ή πολιτειακή, ώστε να μπορεί “ευκολότερα” να σχηματιστεί ένα ενιαίο πατριωτικό ή δημοκρατικό μέτωπο. Οι στρατηγικές εξόδου από την κρίση ακόμα και βραχυπρόθεσμα είναι αρκετά ή και πολύ διαφορετικές μεταξύ των διαφορετικών κομμάτων και δυνάμεων της αριστεράς.
Δεύτερον, παρότι η υπογραφή του μνημονίου και η ψήφιση του μεσοπρόθεσμου συνιστούν βασικά σημεία κρίσης των πολιτικών δυνάμεων και προσώπων δεν είναι τα μοναδικά. Βουλευτές που ψήφισαν το μνημόνιο καταψήφισαν το μεσοπρόθεσμο και ίσως άλλοι που ψήφισαν και το μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα να καταψηφίσουν τη νέα δανειακή σύμβαση ή και το αντίστροφο. Η ίδια η εμβάθυνση της κρίσης δημιουργεί διαρκώς νέα γεγονότα και επαναπροσδιορίζει ποιοι ανήκουν στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο έντασης της κρίσης εις βάρος του λαού και ποιοι στο προοδευτικό στρατόπεδο εξόδου από την κρίση υπέρ του λαού. Ο αντιθετικός ετεροπροσδιορισμός λοιπόν της αριστεράς τη φέρει σε θέση αδυναμίας να αξιολογήσει ορθά ποιες δυνάμεις είναι οι συνομιλητές της και ποιες όχι.
Τρίτον, όσο κρίσιμη και να είναι η σύμπηξη ενός αντί- μνημονιακού και αντί- νεοφιλελεύθερου μετώπου, τα μικροαστικά, μεσοαστικά και εργατικά στρώματα που πλήττονται από την κρίση απαιτούν μια καθαρή στρατηγική πρόταση προκειμένου οριστικά και αμετάκλητα να μετακινηθούν από το ΠΑΣΟΚ προς κάποιο άλλο, αριστερό κόμμα. Μια στρατηγική αρθρωμένη σε βραχυπρόθεσμες πολιτικές διαχείρισης της επιδείνωσης της κρίσης που σε πρώτη φάση πιθανόν να προκύψει από τη ρήξη με το μνημόνιο. Σε μεσοπρόθεσμες πολιτικές που θα θέσουν τις βάσεις παραγωγικής ανασυγκρότησης και διεθνούς ισχυροποίησης της χώρας και σε μακροπρόθεσμες πολιτικές που θα οριοθετούν το στόχο σχετικά με το ποια θα είναι η ταυτότητα της Ελλάδας στις επόμενες δεκαετίες.
Αυτή προγραμματική συμφωνία και σύγκληση του χώρου της αριστεράς με τις προοδευτικές δυνάμεις που στήριζαν το ΠΑΣΟΚ δεν επιδιώχθηκε μέχρι σήμερα. Αντίθετα προτάχθηκαν μεταγγραφές προσωπικοτήτων που εν τέλει θα έχουν μηδενική συνεισφορά στη μετακίνηση και σύγκληση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων προς ένα νέο πατριωτικό, δημοκρατικό, σοσιαλιστικό χώρο.
Ενώ δηλαδή δυνάμεις μέσα από το ΠΑΣΟΚ, ακόμα και από τη γραφειοκρατία του συναντήθηκαν με δυνάμεις της αριστεράς κοινωνικά και πολιτικά, στον αντί- μνημονιασμό και αντί- νεοφιλελευθερισμό δεν κατόρθωσαν μέχρι σήμερα να δομήσουν ένα στέρεο πολιτικό χώρο και ένα συνεπές κοινωνικό κίνημα αντίστασης και προοπτικής.
Έτσι σήμερα αφενός λόγω της καθυστέρησης της αριστεράς να επιδιώξει εγκαίρως την προγραμματική σύγκληση και την ενότητα στο πεδίο των κινημάτων και αφετέρου λόγω των διαδικασιών διαδοχής στο ΠΑΣΟΚ, οι εξελίξεις σε ό,τι αφορά τη σύγκρουση νεοφιλελεύθερου και προοδευτικού στρατοπέδου περνάνε και πάλι στο “γήπεδο”του ΠΑΣΟΚ. Πρόσκαιρα ή μόνιμα μένει να φανεί.
Η αποχώρηση Παπανδρέου αναγκάζει το ΠΑΣΟΚ να λάβει στρατηγικού χαρακτήρα αποφάσεις: αν αρνηθεί να προχωρήσει σε ουσιαστικές, πολιτικές διαδικασίες βάσης, προς όφελος οπαδικών στοιχίσεων γύρω από πρόσωπα της αυτής μάλιστα πολιτικής, ουσιαστικά δεσμεύεται στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική. Το ίδιο και αν φυσικά μέσα από μια δημοκρατική πολιτική διαδικασία κυριαρχήσει η νεοφιλελεύθερη κλίκα στο εσωτερικό του, πράγμα αρκετά δύσκολο.
Αν επιλέξει να επιμείνει σε μια μεσοβέζικη γραμμή περί αναγκαιότητας από τη μια υλοποίησης της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής, αναγνωρίζοντας από την άλλη ότι συγκρούεται με την εν γένει φυσιογνωμία του, θα εισέλθει- όπως και στην πρώτη περίπτωση- στη φάση της οριστικής του απαξίωσης, ενδεχόμενο πολύ χειρότερο για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ από τη διάσπασή του. Θα αποξενωθεί οριστικά από τα εργατικά, μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα και από τις παραγωγικές, δημιουργικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή από το βασικό μπλοκ δυνάμεων που το κατέστησαν ηγεμονική πολιτική δύναμη.
Αν αντίθετα το ΠΑΣΟΚ επιλέξει να προχωρήσει πρώτον σε πολιτικές διαδικασίες με πρωταγωνιστικό το ρόλο της βάσης, δεύτερον απορρίψει το ιδεολόγημα του “όλου ΠΑΣΟΚ”, που αποτέλεσε άλλοθι για την ισοπέδωση της πολιτικής συζήτησης στο εσωτερικό του, τρίτον αποφασίσει να έλθει έμπρακτα σε ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική- απορρίπτοντας για παράδειγμα την εκχώρηση του ελληνικού δικαίου των ομολόγων και τα νέα αντιλαϊκά μέτρα που προωθεί η τρόικα- και τέταρτον εκπονήσει μια προοδευτική στρατηγική εξόδου από την κρίση προς την κατεύθυνση συνασπισμού εξουσίας σε συνεργασία με δυνάμεις της αριστεράς, θα μπορέσει να συγκροτήσει ένα νέο μπλοκ μη προνομιούχων και δημιουργικών δυνάμεων.
Η αριστερά σε πρώτη ανάγνωση είναι λογικό να επιδιώξει μια στρατηγική δέσμευση του ΠΑΣΟΚ στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική με στόχο να το λεηλατήσει εκλογικά και πολιτικά. Ωστόσο αυτή θα αποβεί κοντόθωρη γραμμή. Στην πραγματικότητα ένα προοδευτικό, δημοκρατικό και σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ μπορεί να αποτελέσει το αποτελεσματικότερο ανάχωμα και σημείο αντεπίθεσης προς όφελος του λαού και της αριστεράς, στη νεοφιλελεύθερη επέλαση που θα εξαπολυθεί με ακόμα μεγαλύτερη ένταση ως μονόδρομος, στη νέα φάση επιδείνωσης της κρίσης.
www.harta.gr
Τα τελευταία δύο χρόνια οι πολιτικές δυνάμεις ορίζονται- είτε το θέλουν είτε όχι- από την υποστήριξή τους ή την αντίθεσή τους προς το μνημόνιο και εν γένει προς την στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού. Το ναι ή όχι στο μνημόνιο“έκοψε στα δύο” κατ’ εξοχήν το ΠΑΣΟΚ και δευτερευόντως τη ΝΔ.
Σε αυτό το πλαίσιο η καπιταλιστική κρίση από τον αμιγώς οικονομικό τομέα πέρασε στο στενό πολιτικό και σταδιακά, αναλόγως της εμβάθυνσής της θα περάσει και στον πολιτειακό.
Η πολιτικοποίηση της κρίσης ανέδειξε παλαιότερα ρήγματα εντός του ΠΑΣΟΚ, διαμόρφωσε νέες μετωπικές γραμμές αντιπαράθεσης και έστω με λανθάνουσα μορφή επανά- νοηματοδοτεί τη διαδικασία διαδοχής Παπανδρέου.
Το ΠΑΣΟΚ εισήλθε στην περίοδο διακυβέρνησης μετά το 2009, οργανωτικά αποδιαρθρωμένο και ιδεολογικά άοπλο κατ’ επιλογή του ίδιου του προέδρου του και της ηγετικής κυβερνητικής ομάδας, από την οποία προέρχονται και οι νυν δελφίνοι, προκειμένου να ...
διασφαλιστεί ότι το κέντρο λήψης αποφάσεων θα περιοριστεί σε έναν στενό κυβερνητικό κύκλο, όπως και έγινε. Αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η τελευταία φάση της από- πολιτικοποίησης του ΠΑΣΟΚ, που ενδυνάμωσε τα- ασχέτως της ρητορικής τους- συντηρητικά και πολιτικώς μικροαστικά στοιχεία του ΠΑΣΟΚ εις βάρος των αριστερών και προοδευτικών του δυνάμεων, ήδη μετά τη λήξη της εσωκομματικής σύγκρουσης του 2007.
Στο δε προγραμματικό επίπεδο, το ΠΑΣΟΚ κλήθηκε να κυβερνήσει στη βάση ενός μετριοπαθούς κεϋνσιανού προγράμματος που σε κάποια του σημεία ήταν αόριστο ή και αφελές και σε κάποια άλλα γειωμένο στην πραγματικότητα και εφόσον εφαρμοζόταν ορθά, εν δυνάμει αποτελεσματικό προς μια προοδευτική κατεύθυνση.
Με δεδομένες τις συνθήκες αυτές ήταν λογικό το ΠΑΣΟΚ ως οργανωμένη πολιτική δομή, να μην μπορέσει αυτή τη διετία με συγκροτημένο τρόπο να αντικρούσει τη βίαιη νεοφιλελεύθερη στρατηγική που υλοποίησε η κυβέρνηση, κυβερνώντας στο όνομα του ΠΑΣΟΚ ενόσω το περιφρονούσε και το απαξίωνε συστηματικά.
Το αποτέλεσμα ήταν η βάση του ΠΑΣΟΚ- ψηφοφόροι και μέλη του- να εγκαταλείψουν στην πλειοψηφία τους το κόμμα, ειδικά μετά το καλοκαίρι του 2010, όταν είχε αρχίσει να φαίνεται ολοκάθαρα η αποτυχία της μνημονιακής στρατηγικής να βγάλει το λαό από την κρίση.
Η κομματική γραφειοκρατία, μεσαία και ανώτερη, όπως ήταν αναμενόμενο κινήθηκε σε δύο ταχύτητες. Μία μικρή μειοψηφία διέρρηξε τους δεσμούς της με την κυβερνητική πολιτική ήδη πριν την υπογραφή του μνημονίου και πολύ εντονότερα μετά την υπογραφή του. Η πλειοψηφία της γραφειοκρατίας αρχικά υποστήριξε αποφασιστικά την κυβερνητική στρατηγική, υιοθετώντας τη νεοφιλελεύθερη ρητορική και αργότερα επέλεξε μια μουδιασμένη και αμυντική υπεράσπιση της κυβέρνησης. Μπροστά στην ένταση της κρίσης ένα τμήμα της προσχώρησε στην εκ δεξιών κριτική προς την κυβέρνηση που δικαιώνει τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική, επικεντρώνοντας σε υπαρκτές μεν, δευτερεύουσες δε, διαχειριστικές αδυναμίες συγκεκριμένων προσώπων και ένα άλλο προσχώρησε στον πολιτικό αγνωστικισμό: θα ήθελαν να υπάρχει μια άλλη λύση αλλά και αδυνατούσαν να τη συλλάβουν και αρνούνταν να την υποστηρίξουν όταν παρουσιαζόταν από άλλες δυνάμεις, λοιδωρώντας την ως ανεφάρμοστη, θεωρητική κτλ. Τέλος ένα άλλο τμήμα προσχώρησε στην εν γένει αντί- μνημονιακή ρητορική.
Την ίδια στιγμή τα κυβερνητικά στελέχη και τα μέλη της ΚΟ, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων αρνήθηκαν να έλθουν σε έμπρακτη ρήξη με τις μνημονιακές επιβολές, ενώ μάλιστα κάποιοι υπερθεμάτισαν, αναδεικνυόμενοι σε ένθερμους υπερασπιστές της, της πλήρους ισοπέδωσης κάθε δημοκρατικής και κοινωνικής κατάκτησης, στοχοποιώντας με πολιτικά χυδαίο τρόπο ολόκληρες κοινωνικές ομάδες.
Σε αυτό το πλαίσιο το ΠΑΣΟΚ ως συλλογικό υποκείμενο βρέθηκε “πολιορκημένο” από τα αριστερά και από τα δεξιά, χωρίς δυνατότητα να επηρεάσει την κυβερνητική πολιτική και στιγματισμένο από αυτήν, με τις προοδευτικές κυρίως δυνάμεις της βάσης του- αλλά και ορισμένες εκ των συντηρητικών δυνάμεών του- να φυλλοροούν.
Η κρίση του ΠΑΣΟΚ λοιπόν, καθώς συνδέεται ευθέως με την κρίση του ελληνικού και διεθνούς καπιταλισμού είναι στρατηγικού χαρακτήρα.
Από την άλλη πλευρά, τα σχηματικώς αποκαλούμενα αριστερά κόμματα, ορθώς αντιλήφθηκαν το στρατηγικό χαρακτήρα της κρίσης στη χώρα, την επίταση της κρίσης λόγω ακριβώς της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής, τη στρατηγική κρίση από την οποία θα διερχόταν το ΠΑΣΟΚ λόγω της κυβερνητικής πολιτικής και την ανάγκη να προσεταιριστούν δυνάμεις που στήριξαν το ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να σχηματιστεί ένα μέτωπο αντίστασης στη χώρα.
Ωστόσο από κει και πέρα αρχίζουν οι ανεπάρκειες του χώρου της αριστεράς: πρώτον διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέτοιος ενιαίος χώρος, πράγμα λογικό. Η κρίση που διανύουμε είναι πρωτίστως καπιταλιστική και όχι -πρωτίστως- εθνική ή πολιτειακή, ώστε να μπορεί “ευκολότερα” να σχηματιστεί ένα ενιαίο πατριωτικό ή δημοκρατικό μέτωπο. Οι στρατηγικές εξόδου από την κρίση ακόμα και βραχυπρόθεσμα είναι αρκετά ή και πολύ διαφορετικές μεταξύ των διαφορετικών κομμάτων και δυνάμεων της αριστεράς.
Δεύτερον, παρότι η υπογραφή του μνημονίου και η ψήφιση του μεσοπρόθεσμου συνιστούν βασικά σημεία κρίσης των πολιτικών δυνάμεων και προσώπων δεν είναι τα μοναδικά. Βουλευτές που ψήφισαν το μνημόνιο καταψήφισαν το μεσοπρόθεσμο και ίσως άλλοι που ψήφισαν και το μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα να καταψηφίσουν τη νέα δανειακή σύμβαση ή και το αντίστροφο. Η ίδια η εμβάθυνση της κρίσης δημιουργεί διαρκώς νέα γεγονότα και επαναπροσδιορίζει ποιοι ανήκουν στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο έντασης της κρίσης εις βάρος του λαού και ποιοι στο προοδευτικό στρατόπεδο εξόδου από την κρίση υπέρ του λαού. Ο αντιθετικός ετεροπροσδιορισμός λοιπόν της αριστεράς τη φέρει σε θέση αδυναμίας να αξιολογήσει ορθά ποιες δυνάμεις είναι οι συνομιλητές της και ποιες όχι.
Τρίτον, όσο κρίσιμη και να είναι η σύμπηξη ενός αντί- μνημονιακού και αντί- νεοφιλελεύθερου μετώπου, τα μικροαστικά, μεσοαστικά και εργατικά στρώματα που πλήττονται από την κρίση απαιτούν μια καθαρή στρατηγική πρόταση προκειμένου οριστικά και αμετάκλητα να μετακινηθούν από το ΠΑΣΟΚ προς κάποιο άλλο, αριστερό κόμμα. Μια στρατηγική αρθρωμένη σε βραχυπρόθεσμες πολιτικές διαχείρισης της επιδείνωσης της κρίσης που σε πρώτη φάση πιθανόν να προκύψει από τη ρήξη με το μνημόνιο. Σε μεσοπρόθεσμες πολιτικές που θα θέσουν τις βάσεις παραγωγικής ανασυγκρότησης και διεθνούς ισχυροποίησης της χώρας και σε μακροπρόθεσμες πολιτικές που θα οριοθετούν το στόχο σχετικά με το ποια θα είναι η ταυτότητα της Ελλάδας στις επόμενες δεκαετίες.
Αυτή προγραμματική συμφωνία και σύγκληση του χώρου της αριστεράς με τις προοδευτικές δυνάμεις που στήριζαν το ΠΑΣΟΚ δεν επιδιώχθηκε μέχρι σήμερα. Αντίθετα προτάχθηκαν μεταγγραφές προσωπικοτήτων που εν τέλει θα έχουν μηδενική συνεισφορά στη μετακίνηση και σύγκληση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων προς ένα νέο πατριωτικό, δημοκρατικό, σοσιαλιστικό χώρο.
Ενώ δηλαδή δυνάμεις μέσα από το ΠΑΣΟΚ, ακόμα και από τη γραφειοκρατία του συναντήθηκαν με δυνάμεις της αριστεράς κοινωνικά και πολιτικά, στον αντί- μνημονιασμό και αντί- νεοφιλελευθερισμό δεν κατόρθωσαν μέχρι σήμερα να δομήσουν ένα στέρεο πολιτικό χώρο και ένα συνεπές κοινωνικό κίνημα αντίστασης και προοπτικής.
Έτσι σήμερα αφενός λόγω της καθυστέρησης της αριστεράς να επιδιώξει εγκαίρως την προγραμματική σύγκληση και την ενότητα στο πεδίο των κινημάτων και αφετέρου λόγω των διαδικασιών διαδοχής στο ΠΑΣΟΚ, οι εξελίξεις σε ό,τι αφορά τη σύγκρουση νεοφιλελεύθερου και προοδευτικού στρατοπέδου περνάνε και πάλι στο “γήπεδο”του ΠΑΣΟΚ. Πρόσκαιρα ή μόνιμα μένει να φανεί.
Η αποχώρηση Παπανδρέου αναγκάζει το ΠΑΣΟΚ να λάβει στρατηγικού χαρακτήρα αποφάσεις: αν αρνηθεί να προχωρήσει σε ουσιαστικές, πολιτικές διαδικασίες βάσης, προς όφελος οπαδικών στοιχίσεων γύρω από πρόσωπα της αυτής μάλιστα πολιτικής, ουσιαστικά δεσμεύεται στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική. Το ίδιο και αν φυσικά μέσα από μια δημοκρατική πολιτική διαδικασία κυριαρχήσει η νεοφιλελεύθερη κλίκα στο εσωτερικό του, πράγμα αρκετά δύσκολο.
Αν επιλέξει να επιμείνει σε μια μεσοβέζικη γραμμή περί αναγκαιότητας από τη μια υλοποίησης της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής, αναγνωρίζοντας από την άλλη ότι συγκρούεται με την εν γένει φυσιογνωμία του, θα εισέλθει- όπως και στην πρώτη περίπτωση- στη φάση της οριστικής του απαξίωσης, ενδεχόμενο πολύ χειρότερο για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ από τη διάσπασή του. Θα αποξενωθεί οριστικά από τα εργατικά, μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα και από τις παραγωγικές, δημιουργικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή από το βασικό μπλοκ δυνάμεων που το κατέστησαν ηγεμονική πολιτική δύναμη.
Αν αντίθετα το ΠΑΣΟΚ επιλέξει να προχωρήσει πρώτον σε πολιτικές διαδικασίες με πρωταγωνιστικό το ρόλο της βάσης, δεύτερον απορρίψει το ιδεολόγημα του “όλου ΠΑΣΟΚ”, που αποτέλεσε άλλοθι για την ισοπέδωση της πολιτικής συζήτησης στο εσωτερικό του, τρίτον αποφασίσει να έλθει έμπρακτα σε ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική- απορρίπτοντας για παράδειγμα την εκχώρηση του ελληνικού δικαίου των ομολόγων και τα νέα αντιλαϊκά μέτρα που προωθεί η τρόικα- και τέταρτον εκπονήσει μια προοδευτική στρατηγική εξόδου από την κρίση προς την κατεύθυνση συνασπισμού εξουσίας σε συνεργασία με δυνάμεις της αριστεράς, θα μπορέσει να συγκροτήσει ένα νέο μπλοκ μη προνομιούχων και δημιουργικών δυνάμεων.
Η αριστερά σε πρώτη ανάγνωση είναι λογικό να επιδιώξει μια στρατηγική δέσμευση του ΠΑΣΟΚ στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική με στόχο να το λεηλατήσει εκλογικά και πολιτικά. Ωστόσο αυτή θα αποβεί κοντόθωρη γραμμή. Στην πραγματικότητα ένα προοδευτικό, δημοκρατικό και σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ μπορεί να αποτελέσει το αποτελεσματικότερο ανάχωμα και σημείο αντεπίθεσης προς όφελος του λαού και της αριστεράς, στη νεοφιλελεύθερη επέλαση που θα εξαπολυθεί με ακόμα μεγαλύτερη ένταση ως μονόδρομος, στη νέα φάση επιδείνωσης της κρίσης.
www.harta.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου