Αν πιστέψουμε την κυβέρνηση και τα καθεστωτικά ΜΜΕ, η χώρα συνταράσσεται
από ανεύθυνους απεργούς και από απεργίες συντεχνιών που καταστρέφουν
την κοινωνική “ειρήνη”. Απέναντι σε αυτές τις κινητοποιήσεις ορθώνεται
πρώτα το μιντιακό σύμπλεγμα που καταδικάζει κάθε κινητοποίηση ως
επικίνδυνη για την “ανάκαμψη” της χώρας, έπειτα η δικαστική λειτουργία
που αφού νομιμοποίησε τις αποχές των δικαστών επιστρέφει στη συνήθη
τακτική κήρυξης όλων των απεργιών ως παρανόμων και καταχρηστικών-
αποδεικνύοντας πόσο “ανεξάρτητη” είναι η δικαιοσύνη στο αστικό καθεστώς-
και τέλος οι μηχανισμοί καταστολής που αναλαμβάνουν να εξασφαλίσουν
άλλη μια νίκη αλά Θάτσερ υπέρ της κυβέρνησης.
Στην πραγματικότητα βέβαια η κοινωνική ειρήνη είναι παρελθόν εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια, από τότε δηλαδή που η φτώχεια, η ανεργία και η πλήρης παραγωγική απίσχναση τεμαχίζουν την ελληνική κοινωνία και τη βυθίζουν σε μια εντεινόμενη βία από πάνω προς τα κάτω αλλά και στο εσωτερικό της κοινωνικής βάσης. Αυτή άλλωστε είναι και η επιδίωξη των κυβερνώντων:
η βία που ασκείται από την κορυφή προς τη βάση να μη βρει απάντηση στην αντίστροφη κατεύθυνση μέσα από ώριμη, συλλογική δράση αλλά να εσωτερικευθεί στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και να λάβει μορφή κοινωνικού κανιβαλισμού μεταξύ των νέων “μη προνομιούχων”.
Υπ’ αυτήν την έννοια, για τον ίδιο το λαό, οι συλλογικοί, μαζικοί, ώριμοι και αποφασιστικοί, εργατικοί αγώνες συνιστούν όχι μόνο την καλύτερη αλλά και την πλέον αναγκαία απάντηση στην ασκουμένη πολιτική. Αν αυτοί λείψουν, ο κανιβαλισμός θα επεκταθεί και θα προκαλέσει τυφλές, αδιέξοδες συγκρούσεις, ευνοϊκές για τους κύκλους της κοινωνικής και πολιτειακής ανωμαλίας.
Η κοινωνική συνοχή όχι μόνο δεν απειλείται από απεργίες και κινητοποιήσεις αλλά περνάει μέσα από αυτές. Αυτές είναι που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση διεκδίκησης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου στο εσωτερικό και της ουσιαστικής αλλαγής των όρων των μνημονίων προς το εξωτερικό.
Ωστόσο και για αυτόν ακριβώς το λόγο, της σημασίας δηλαδή των εργατικών αγώνων, ειδικά σήμερα είναι τόσο σημαντικό να αλλάξει ο τρόπος που οι εν λόγω αγώνες δίδονται, οι στόχοι τους και το είδος τους. Στη θέση των περίκλειστων αγώνων επιμέρους σωματείων πρέπει να μπουν ευρύτερες μετωπικές διεκδικήσεις, που θα συνδέουν τα κλαδικά αιτήματα με τα ευρύτερα πολιτικά. Τα συνδικάτα πρέπει να γίνουν οι κατεξοχήν χώροι έκφρασης της αλληλεγγύης των εργαζομένων προς τους ανέργους, τους συνταξιούχους, τους νέους και εν γένει προς όσους τίθενται στο κοινωνικό περιθώριο. Οι εργατικοί αγώνες πρέπει να έχουν ποικιλία μορφών, οι απεργίες να είναι καλά συντονισμένες και με ισχυρές αντοχές και να συμπεριλάβουν το ζήτημα της ανακατάληψης των μέσων παραγωγής και της αυτοδιαχείρισης. Όλα αυτά περνάνε μέσα από τη σύγκρουση με την κατεστημένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, η οποία έχει πια ολοκληρώσει το ρόλο της, κρατώντας το εργατικό κίνημα δέσμιο παρελθόντων νοοτροπιών.
Το ζήτημα λοιπόν, κόντρα στη συστημική λογική δεν είναι το “ναι ή όχι” στις απεργίες και στις κινητοποιήσεις. Είναι ποιές απεργίες και ποιοί απεργοί είναι εκείνες και εκείνοι- αντίστοιχα- που διασφαλίζουν νικηφόρα προοπτική για το λαό και τη διεκδίκηση ενός νέου, βιώσιμου, δίκαιου και απελευθερωτικού κοινωνικού συμβολαίου.
Θέμης Τζήμας
(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αξία του Σαββάτου, 2-2-2013)
Στην πραγματικότητα βέβαια η κοινωνική ειρήνη είναι παρελθόν εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια, από τότε δηλαδή που η φτώχεια, η ανεργία και η πλήρης παραγωγική απίσχναση τεμαχίζουν την ελληνική κοινωνία και τη βυθίζουν σε μια εντεινόμενη βία από πάνω προς τα κάτω αλλά και στο εσωτερικό της κοινωνικής βάσης. Αυτή άλλωστε είναι και η επιδίωξη των κυβερνώντων:
η βία που ασκείται από την κορυφή προς τη βάση να μη βρει απάντηση στην αντίστροφη κατεύθυνση μέσα από ώριμη, συλλογική δράση αλλά να εσωτερικευθεί στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και να λάβει μορφή κοινωνικού κανιβαλισμού μεταξύ των νέων “μη προνομιούχων”.
Υπ’ αυτήν την έννοια, για τον ίδιο το λαό, οι συλλογικοί, μαζικοί, ώριμοι και αποφασιστικοί, εργατικοί αγώνες συνιστούν όχι μόνο την καλύτερη αλλά και την πλέον αναγκαία απάντηση στην ασκουμένη πολιτική. Αν αυτοί λείψουν, ο κανιβαλισμός θα επεκταθεί και θα προκαλέσει τυφλές, αδιέξοδες συγκρούσεις, ευνοϊκές για τους κύκλους της κοινωνικής και πολιτειακής ανωμαλίας.
Η κοινωνική συνοχή όχι μόνο δεν απειλείται από απεργίες και κινητοποιήσεις αλλά περνάει μέσα από αυτές. Αυτές είναι που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση διεκδίκησης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου στο εσωτερικό και της ουσιαστικής αλλαγής των όρων των μνημονίων προς το εξωτερικό.
Ωστόσο και για αυτόν ακριβώς το λόγο, της σημασίας δηλαδή των εργατικών αγώνων, ειδικά σήμερα είναι τόσο σημαντικό να αλλάξει ο τρόπος που οι εν λόγω αγώνες δίδονται, οι στόχοι τους και το είδος τους. Στη θέση των περίκλειστων αγώνων επιμέρους σωματείων πρέπει να μπουν ευρύτερες μετωπικές διεκδικήσεις, που θα συνδέουν τα κλαδικά αιτήματα με τα ευρύτερα πολιτικά. Τα συνδικάτα πρέπει να γίνουν οι κατεξοχήν χώροι έκφρασης της αλληλεγγύης των εργαζομένων προς τους ανέργους, τους συνταξιούχους, τους νέους και εν γένει προς όσους τίθενται στο κοινωνικό περιθώριο. Οι εργατικοί αγώνες πρέπει να έχουν ποικιλία μορφών, οι απεργίες να είναι καλά συντονισμένες και με ισχυρές αντοχές και να συμπεριλάβουν το ζήτημα της ανακατάληψης των μέσων παραγωγής και της αυτοδιαχείρισης. Όλα αυτά περνάνε μέσα από τη σύγκρουση με την κατεστημένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, η οποία έχει πια ολοκληρώσει το ρόλο της, κρατώντας το εργατικό κίνημα δέσμιο παρελθόντων νοοτροπιών.
Το ζήτημα λοιπόν, κόντρα στη συστημική λογική δεν είναι το “ναι ή όχι” στις απεργίες και στις κινητοποιήσεις. Είναι ποιές απεργίες και ποιοί απεργοί είναι εκείνες και εκείνοι- αντίστοιχα- που διασφαλίζουν νικηφόρα προοπτική για το λαό και τη διεκδίκηση ενός νέου, βιώσιμου, δίκαιου και απελευθερωτικού κοινωνικού συμβολαίου.
Θέμης Τζήμας
(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αξία του Σαββάτου, 2-2-2013)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου