Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Μπορούμε να βγούμε από την κρίση;

Η ΑΓΩΝΙΑ της αυριανής μέρας κατακλύζει τα πάντα. Αναστέλλει τις βεβαιότητες,διακόπτει τους νοηματικούς αυτοματισμούς, μετατοπίζει τις σημασίες, αποπροσανατολίζει και τρομοκρατεί. Κανείς δεν φαίνεται πια να ξέρει τι να κάνει ή πώς να σκεφθεί για αυτά που συμβαίνουν ή για εκείνα που πρόκειται να συμβούν. Πίσω από τις ορατές επιβιωτικές οικονομικές και δημοσιονομικές της προεκτάσεις, η κρίση αγγίζει όλες τις πτυχές της ζωής.Είναι συμβολική,ψυχολογική,ιδεολογική,πολιτική,πο- λιτειακή, θεσμική και πρωτίστως αξιακή και σημασιακή. Ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνουμε τη σχέση μας με τους άλλους, με την κοινωνία και με το κράτος ανατρέπεται. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια κρίση της μορφής και της λειτουργίας του καπιταλιστικού κράτους,
μια κρίση στη σχέση του πολιτικού και του εξωπολιτικού,του δημόσιου και του ιδιωτικού, μια κρίση στους όρους πρόσληψης των δικαιωμάτων του πολίτη,των απαιτήσεών του από την Πολιτεία και των καθηκόντων του προς την κοινωνία, μια κρίση δηλαδή της δημοκρατίας ως ιδεατής μορφής σύζευξης ανάμεσα στον χώρο του ελεύθερου ατόμου και στον χώρο του οργανωμένου συμβολαιακού Ολου.
Το δημοκρατικό γίγνεσθαι δεν φαίνεται πια να οριοθετείται από τη βούληση του αυτεξούσιου πολιτικού σώματος αλλά από τους εξωγενείς και απρόβλεπτους περιορισμούς της. Η ανάδυση του συνδρόμου ΤΙΝΑ ( there is no alternative ) σηματοδοτεί την πλήρη αδυναμία του πολιτικού να επεξεργάζεται και να επιλέγει «λύσεις». Θα ΄λεγε κανείς λοιπόν πως η δημοκρατία έχει αδιέξοδα, ή ίσως ακόμα και ότι η πολιτική είναι αδιέξοδη ή περιττή. Το «γενικό συμφέρον» εμφανίζεται είτε ως αυτονόητο είτε ως χίμαιρα. Χαρακτηριστικά, όλες οι παραδοσιακές πολιτικές λέξεις αποφορτίζονται. Η ιδέα της «κυβέρνησης» αντικαθίσταται από τη δια-κυβέρνηση, τα αξιακά προτάγματα από τεχνοκρατικές αποτιμήσεις, ο δημοκρατικός προγραμματισμός από τη «διαχείριση των κρίσεων», και η κυριαρχική αυτονομία εξαφανίζεται πίσω από τη μετα-κυριαρχική ετερονομία. Στο εξής, η δυναμική της εξέλιξης των κοινωνικών σχέσεων οριοθετείται από το υπερεθνικό κεφάλαιο και από εκείνους που διακινούν και ελέγχουν την επιστήμη, την τεχνολογία, τη γνώση και την πληροφορία. Το μέλλον φαίνεται λοιπόν να αλλάζει ερήμην, ακόμα και εις πείσμα των συμβολαιακά νομιμοποιημένων κοινωνικών σωμάτων. Η πολιτική εξουσία δεν χαράζει «πολιτική». Διαχειρίζεται εξωγενή «προβλήματα» και προσαρμόζεται σε «περιστάσεις». Η σχέση κράτους - κοινωνίας
Η κρίση αυτή είναι λοιπόν, ανάμεσα στα άλλα, και μια κρίση προσαρμογής στην αύξουσα δομική και σημασιολογική ετερονομία του κράτους. Οντας ακόμα επιφορτισμένο με την ύπατη συμβολική αρμοδιότητα του προγραμματισμού του μέλλοντος της κοινωνίας, το πολιτικό υποσύστημα μοιάζει ανήμπορο να ορίσει, πολλώ μάλλον να προωθήσει, το κοινό καλό που υποτίθεται πως το εμπνέει. Οντας «υπεύθυνο» για την αναπαραγωγή του συστήματος δεν είναι σε θέση να ελέγχει τις διαδικασίες της μεταλλαγής του. Και συμπυκνώνοντας τις ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις δεν μπορεί ούτε καν να «διαιτητεύσει» πειστικά. Υπ΄ αυτούς τους όρους, η προϊούσα αναξιοπιστία και αφερεγγυότητα των κομμάτων, των πολιτικών συστημάτων και του πολιτικού προσωπικού υπερβαίνει τις επιλογές, τις ευθύνες, τις αδυναμίες και τις παλινωδίες των εκάστοτε κυβερνώντων. Ως δομικά πλέον ετερόνομο, το πολιτικό αναζητεί έναν νέο αλλά «αδύνατο» ρόλο. Και γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο τείνει να αντιδρά ανακλαστικά, σπασμωδικά ή και «νευρωτικά». Εγκλωβισμένο ανάμεσα στη σφύρα της ευθύνης του και στον άκμονα της ανημπόριας του, η δράση του κράτους είναι εμπεπλεγμένη σε ένα διαρκές double bind.

Ετσι οι σχέσεις ανάμεσα στο κράτος και στην κοινωνία βρίσκονται υπό αναθεώρηση. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι μέχρι πρόσφατα οι σχέσεις αυτές ήσαν συμπληρωματικές και «συμβιωτικές». Η λειτουργία της ελεύθερης καπιταλιστικής αγοράς διεξαγόταν στους κόλπους συγκεκριμένων κοινωνιών υπό την κανονιστική επιτήρηση των εθνικών κρατών που εμφανίζονταν υπεύθυνα και αρμόδια για την αναπαραγωγή της. Η «σχετική αυτονομία» του καπιταλιστικού Ο νέος κόσμος των κερδοσκόπων

Χειρονομίες σαν τη συγκεκριμένη είδαμε συχνά στις τελευταίες κινητοποιήσεις κατά των μέτρων που πήρε η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την κρίση
κράτους από τις άρχουσες μερίδες τού επέτρεπε όχι μόνον να εγγυάται την τάξη και την ασφάλεια αλλά από ένα σημείο και πέρα και να εξασφαλίζει τη στοιχειώδη κοινωνική συναίνεση και τη μακρόπνοη ιδεολογική συνεκτικότητα του «κοινωνικού ιστού» «προστατεύοντας» την εθνική οικονομία, την εθνική παραγωγή και την εθνική αστική τάξη από κάθε λογής «έξωθεν κινδύνους». Ομως η παγκοσμιοποιημένη νεοφιλελεύθερη αγορά κατέστησε την «προστασία» αυτή αδύνατη. Από τη στιγμή που το παιχνίδι και οι επιπτώσεις της αγοράς δεν ελέγχονται στο πλαίσιο μιας χώρας, η κλειστή «εθνική κοινωνία» και η κυρίαρχη «πολιτειακή επικράτεια» χάνουν τη λειτουργική αλλά και την κανονιστική τους αυτονομία. Η αξιακή και πολιτική αυτοτέλεια των κοινωνιών εξασθενεί ή και αποδυναμώνεται. Δεν είναι πια τα ανεξάρτητα κράτη που θεσπίζουν τους κανόνες των συναλλαγών, αλλά οι αγορές που επιβάλλουν στις κατά τόπους πολιτικές εξουσίες όχι μόνο κανόνες αλλά και στόχους, κριτήρια και μεθόδους.

Ετσι, οι σχέσεις του κράτους και του κεφαλαίου αλλάζουν γοργά. Από τη μια μεριά, το κεφάλαιο, ή τουλάχιστον οι κυρίαρχες μερίδες του, αναπτύσσουν νέες στρατηγικές συσσώρευσης και πειραματίζονται με νέες μορφές κερδοσκοπίας. Δρουν έξω από κάθε κανονιστικό έλεγχο, εκτός τόπου αλλά και εκτός χρόνου. Οι ακαριαίες πρωτοβουλίες και κινήσεις του αποσκοπούν αποκλειστικά στην άμεση αποκομιδή και ρευστοποίηση κερδών. Το «κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα» όχι μόνον επειδή δεν δρα με γνώμονα το «κοινό καλό» αλλά κυρίως λόγω της κατοχυρωμένης πλέον οργανωτικής του απεξάρτησης από οποιουσδήποτε νομικούς και κανονιστικούς περιορισμούς. Ετσι, τα ελευθέρως περιφερόμενα κεφάλαια συμπεριφέρονται ως νομάδες κατακτητές, ως σύγχρονοι Αττίλες. Δεν στοχεύουν στην απλή υποταγή των θυμάτων τους στις ακόρεστες ορέξεις τους ή στη δημιουργία παγίων μορφών οικονομικής εκμετάλλευσης. Η συσσωρευτική τους πρακτική συνοψίζεται στην άμεση συγκομιδή των προϊόντων της αρπαγής, της δήωσης και της απαλλοτρίωσης κάθε μορφής πλούτου. Και αμέσως μετά, ακάθεκτοι, «αναχωρούν» προς νέες κατευθύνσεις. Εφεξής, η κερδοσκοπία υλοποιείται με εφ΄ άπαξ κινήσεις της «μιας ζαριάς» ( one shot games ). Ο νέος κόσμος των κερδοσκοπικών συναλλαγών είναι απρόσωπος, ενιαίος, αδιαφοροποίητος και ομοιογενής, ένας κόσμος δίχως αξιακές προδιαγραφές ή κανονιστικές δεσμεύσεις. Κράτη και «αγορές»
Η ιστορία βέβαια δεν τελείωσε. Η σημαντικότερη, ίσως, πολιτική παρενέργεια της κρίσης είναι η διαφαινόμενη πρωτόγνωρη σύγκρουση ανάμεσα στα κράτη και στις απρόσωπες αγορές με αντικείμενο την αναθεώρηση των όρων ελεύθερης διακίνησης των ιδιωτικών κεφαλαίων. Ακόμα και αν δεν προδικάζουν την άλωση των εξωχώριων παραδείσων, οι διστακτικές (ακόμα) πρωτοβουλίες του Ομπάμα και τα άνευρα ψελλίσματα της άβουλης ΕΕ δείχνουν πως η σύγκρουση αυτή θα βρεθεί κατ΄ ανάγκην στο επίκεντρο των εξελίξεων, τόσο σε εθνική όσο και σε υπερεθνική κλίμακα. Είναι πια σαφές ότι αν το κράτος δεν ανακτήσει τον (σχετικά) αυτόνομο ρυθμιστικό, κανονιστικό και ποιμαντικό του ρόλο χαλιναγωγώντας αποφασιστικά την χρηματοπιστωτική ασυδοσία, το χάος απειλεί να κατακλύσει τα πάντα, ανθρώπους, κοινωνίες, ίσως μάλιστα και τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οπως προέβλεψε ο Μαρξ, το κεφάλαιο απειλείται πρωτίστως από τα ίδια τα παιδιά του.

Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας.
Παρελθόν ο κεϊνσιανισμός
ΤΑ ΕΚΚΟΛΑΠΤΟΜΕΝΑ κυρίαρχα στρώματα δεν μπορεί να μετέχουν σε οποιονδήποτε προβληματισμό γύρω από την προαγωγή της «κοινής προόδου». Και ευλόγως, αντιστέκονται σθεναρά στη διάθεση ενός μέρους των κερδών σε φόρους, δηλαδή σε «έξοδα αναπαραγωγής» της κοινωνικής συνοχής. Εχοντας αποκόψει τους ομφάλιους λώρους που το συνέδεαν με συγκεκριμένες κοινωνίες και συγκεκριμένα κράτη, το κινούμενο «νομαδικό» κεφάλαιο (υπεράκτιο ή μη) συμπεριφέρεται σαν το υπερπόντιο ναυτιλιακό κεφάλαιο. Πλέει sans dieu ni maitre στην ελεύθερη ανοικτή θάλασσα, υψώνοντας τη μαύρη σημαία τής άνευ όρων ευκαιριακής κερδοσκοπίας. Και όντας στο απυρόβλητο, όχι μόνον δεν απειλείται από κανέναν αλλά απειλεί τους πάντες και τα πάντα. Η συμβιωτική και «αλληλέγγυα» σχέση ανάμεσα στην πολιτική και στην οικονομική εξουσία έχει ήδη καταλυθεί.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, από την άλλη μεριά, τα επικρατειακά κράτη πιέζονται να περιορίζουν την παρεμβατική τους δραστηριότητα στη διατήρηση της εσωτερικής τάξης και ασφάλειας, στην εγγύηση του απυρόβλητου της ιδιοκτησίας, του ελεύθερου ανταγωνισμού και της άνευ ορίων επιχειρηματικής ελευθερίας και στην τήρηση των αυστηρών δημοσιονομικών «κανόνων» που θα τα προφυλάξουν από αδόκητες «επιθέσεις». Ο κεϊνσιανισμός αποτελεί πλέον παρελθόν και τα μελήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της επιείκειας και της αναπαραγωγής της κοινωνικής συνοχής συντρέχουν μόνον επικουρικά. Κανένα κράτος δεν διακινδυνεύει να απαγκιστρωθεί από τις παραγωγιστικές και μεγιστοποιητικές προδιαγραφές του νεοφιλελεύθερου αγοραίου δόγματος, την απορρύθμιση, τον φετιχισμό της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, την αγοραία ευλυγισία και τη συρρίκνωση του κόστους της εργασίας. Ακόμα λοιπόν και αν το κοινωνικό κράτος δεν έχει εξαφανισθεί, υπονομεύεται ημέρα με την ημέρα. Ολοι (κράτη, κόμματα και κυρίαρχη σκέψη) φαίνεται να «συγκλίνουν» ομόφωνα στα εξωγενώς επιβαλλόμενα «εκσυγχρονιστικά» πρότυπα. Σε αυτό ακριβώς εντοπίζεται ο πυρήνας της τρέχουσας πολιτικής και ιδεολογικής αμηχανίας. Το σωρευόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα» οδηγεί στην προϊούσα αξιακή αποσύνθεση ενός πολιτικού λόγου που περιορίζεται πλέον σε μονοδιάστατα εργαλειακά στερεότυπα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: