Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Nεοφιλελευθερισμός και συνδικάτα

Στο στόχαστρο ο θεσμός του συνδικάτου και το δικαίωμα στην απεργία, ενώ αποθεώνεται η ατομικότητα
Η νεοφιλελεύθερη επίθεση στην εργασία που εκδηλώνεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες στο διεθνή και στον ελληνικό χώρο και εντείνεται κατά την περίοδο της κρίσης, εκδηλώνεται με τη στόχευση του μεγάλου και πολυεθνικού κεφαλαίου να καταργήσει ή να αφυδατώσει το ευρύ φάσμα εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, απότοκο των κοινωνικών αγώνων και του άτυπου κοινωνικού συμβολαίου που κυριάρχησε στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Η αντιμετώπιση της εργασίας και των δικαιωμάτων που την συνοδεύουν ως επαχθές κόστος που αποτελεί τροχοπέδη στην «ανάπτυξη» και στην «ανταγωνιστικότητα» επιβάλλει την απορρύθμιση των ατομικών και συλλογικών εργασιακών σχέσεων.
Του Γιάννη Κουζή*

Η εργατική νομοθεσία «εκσυγχρονίζεται» υφιστάμενη μετάλλαξη στο περιεχόμενό της με την ενίσχυση της δυνατής πλευράς της εργασιακής σχέσης εκτοξεύοντας τους όρους ανισότητας που από τη φύση τους διέπουν τις σχέσεις εργασίας. Το σύστημα των συλλογικών συμβάσεων που, μεταξύ άλλων, διαμορφώνει τον πυρήνα του μισθολογικού «κόστους», αποδιαρθρώνεται πλήρως. Παράλληλα, υποβαθμίζεται και ο ρόλος της συλλογικής έκφρασης της εργασίας, τα συνδικάτα, που στερούνται πλέον της δυνατότητας να παρεμβαίνουν, προκειμένου να ρυθμίσουν με συλλογικούς όρους το περιεχόμενο των εργασιακών σχέσεων και των μισθών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα των μνημονίων, μόνο το 20% των μισθών στον ιδιωτικό τομέα απορρέει από συλλογικές συμβάσεις, αντί του 100% που ίσχυε μέχρι το 2012, οπότε και ολοκληρώθηκε η απορρύθμιση του συστήματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης και η αποσπονδύλωση του περιεχομένου της. Με το 80% των μισθών να προκύπτει πλέον από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη, υπό την απειλή της ανεργίας και της ισορροπίας τρόμου που έντεχνα διατηρείται μεταξύ του 1,5 εκατομμυρίου ανέργων και του 1,5 εκατομμυρίου εργαζόμενων στην ιδιωτική σφαίρα της οικονομίας, έχουμε σαν «επίτευγμα» τη μεσοσταθμική μείωση των μισθών κατά 24% σε μια τετραετία.

Απαξίωση των συνδικάτων

Το πλήγμα για τα συνδικάτα είναι στοχευμένο. Καταργείται η άμεση συμμετοχή τους στον καθορισμό του γενικού κατώτατου μισθού που ορίζεται πλέον με υπουργική απόφαση αντί της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης. Οι κλαδικοί μισθοί ως απόρροια των κλαδικών συμβάσεων διαβρώνονται νόμιμα από τη δυνατότητα που παρέχεται στους εργοδότες να υπογράφουν επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις με δυσμενέστερο περιεχόμενο από εκείνο των κλαδικών συμβάσεων ή και να μην τους εφαρμόζουν αν δεν είναι μέλη των εργοδοτικών κλαδικών οργανώσεων που τις υπέγραψαν. Επιπλέον, οι παρεμβάσεις στο σύστημα της μετενέργειας και η αποδόμηση του ΟΜΕΔ ενισχύουν τα σενάρια υπογραφής συλλογικών συμβάσεων με τους όρους του εργοδότη καταργώντας κάθε έννοια συλλογικής αυτονομίας.
Η νεοφιλελεύθερη επίθεση του κεφαλαίου στα συλλογικά εργασιακά δικαιώματα δεν περιορίζεται στην αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων που είναι ένα βήμα για την υλοποίηση του βαθύτερου στόχου που είναι η εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων και των μισθών στη βάση της ατομικής διαπραγμάτευσης. Στο στόχαστρο βρίσκεται το συνδικάτο σαν θεσμός όταν αποθεώνεται η ατομικότητα σαν αξία και διασύρεται η συλλογική έκφραση. Το συνδικάτο θεωρείται στρέβλωση, υπόλειμμα μιας άλλης εποχής, αντιπαραγωγικός και αντιαναπτυξιακός παράγοντας. Στις μέρες μας δεν κινητοποιούνται και δεν απεργούν οι εργαζόμενοι, αλλά οι «συνδικαλιστές» για προσωπικό όφελος. Αναδεικνύονται και μεγεθύνονται αρνητικές συνδικαλιστικές πρακτικές, προκειμένου να διασυρθεί η έννοια του συνδικαλισμού στην ευρύτερη κοινή γνώμη δημιουργώντας το κατάλληλο έδαφος για γενικευμένη απαξίωση και ολοκληρωτική επίθεση στα συλλογικά δικαιώματα και στο συνδικαλισμό, θεσμό που σήμερα είναι όσο ποτέ άλλοτε αναγκαίος.

Επίθεση στο συνδικαλισμό

Η επίθεση στα συλλογικά εργασιακά δικαιώματα επεκτείνεται με μέτρα που συμφώνησαν κυβέρνηση και τρόικα για τους όρους οργάνωσης και λειτουργίας της συνδικαλιστικής και απεργιακής δράσης. Ως προς τα συνδικαλιστικά δικαιώματα επιχειρούνται περιορισμοί στις διευκολύνσεις, προς τα συνδικαλιστικά στελέχη, για την άσκηση των καθηκόντων τους καθώς και στην κατάργηση της χρηματοδότησης των συνδικάτων από τους πόρους της πρώην Εργατικής Εστίας. Έτσι επιδιώκεται η μείωση του χρόνου απαλλαγής των συνδικαλιστικών στελεχών από την εργασία τους, προκειμένου να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, βάζοντας εμπόδια στη συνδικαλιστική δράση. Παράλληλα, καταργείται η χρηματοδότηση των συνδικάτων από τις κοινωνικές εισφορές του συνόλου των εργαζομένων (σε συνέχεια της κατάργησης της Εργατικής Εστίας, και των εργοδοτικών αντίστοιχων εισφορών), εξέλιξη που οδηγεί στην οικονομική ασφυξία των συνδικάτων του ιδιωτικού τομέα και των λειτουργιών του. Πρόκειται για ευθεία επίθεση απέναντι στο συνδικαλισμό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα ίδια τα συνδικάτα δεν στράφηκαν εδώ και πολλά χρόνια στην κατοχύρωση της οικονομικής τους αυτοδυναμίας με την ουσιαστική ανάδειξη της συνδικαλιστικής συνδρομής, εξαρτώμενα από τη διαχείριση των κοινωνικών πόρων της Εργατικής Εστίας, αρμοδιότητας του υπουργείου Εργασίας και με δυνατότητα άσκησης εκβιασμών προς τα συνδικάτα. Ωστόσο, το άμεσο κλείσιμο της στρόφιγγας της ροής των πόρων από την κυβέρνηση, δεν έχει ως στόχο την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των συνδικάτων, αλλά την εκ του πονηρού καταστολή της δράσης τους.

Στόχος και το απεργιακό δικαίωμα

Σε σχέση με τον περιορισμό του απεργιακού δικαιώματος επιχειρείται η καθιέρωση του ποσοστού του 50%+ των εγγεγραμμένων μελών των συνδικάτων για τη λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας, αντί της πλειοψηφίας των παρόντων που ισχύει σήμερα σε περίπτωση ύπαρξης απαρτίας για τη σύγκληση του αρμόδιου οργάνου (πχ. γενικής συνέλευσης). Η επιστροφή μετά από 31 χρόνια στη λογική του περιβόητου άρθρου 4 του νόμου για τις «κοινωνικοποιημένες» επιχειρήσεις αποτελεί ένα ακόμη εμπόδιο απέναντι στην απεργία που συνεπάγεται την ουσιαστική άρση του απεργιακού δικαιώματος προσθέτοντας ένα ακόμη περιορισμό, στους τόσους άλλους, σχετικά με τη νόμιμη άσκησή του.
Τέλος, στο πλαίσιο της ισοδυναμίας των όπλων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας επαναφέρεται το δικαίωμα των εργοδοτών στην ανταπεργία (lock- out) μετά τη ρητή του κατάργηση το 1982, ενισχύοντας υπέρμετρα την ισχυρή πλευρά του εργοδότη σε μια φύσει άνιση σχέση όπως η σχέση εργασίας. Οι εργοδότες με το δικαίωμα της ανταπεργίας θα προβαίνουν στο κλείσιμο της επιχείρησης ασκώντας πιέσεις στους απεργούς, θα ενισχύουν τους ανταγωνισμούς μεταξύ απεργών και μη απεργών και θα επιτυγχάνουν μείωση του συνολικού κόστους της επιχείρησης.
Στοιχειώδες καθήκον αποτελεί η αποτροπή των παραπάνω σεναρίων που αποσκοπούν στην ουσιαστική και πλήρη κατάργηση της συλλογικής δράσης στους χώρους δουλειάς. Παράλληλα, όμως, επιβάλλεται ο προβληματισμός για το γεγονός ότι το συνδικαλιστικό κίνημα αφέθηκε διαχρονικά στον έντονο κρατικό παρεμβατισμό για την καθιέρωση των όρων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας του καθώς και για την άσκηση της απεργίας. Αντιθέτως, δεν διεκδίκησε τη νομοθετική αναγνώριση γενικών όρων άσκησης του συνδικαλιστικού και απεργιακού δικαιώματος, ώστε να επαφίενται οι ειδικότερες πτυχές στην πλήρη αυτονομία της συλλογικής δράσης και να επιτυγχάνεται η απεμπλοκή των συνδικάτων από κακοπροαίρετους νομοθετικούς φραγμούς, εξαρτήσεις και εκβιασμούς από την εκάστοτε κρατική εξουσία.

* Καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
epohi.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια: